Στις 15.30 της 9ης Φεβρουαρίου 1897, δίδεται το αρχικό σύνθημα για τον βομβαρδισμό από το θωρηκτό "Σικελία", που αποτελούσε την ναυαρχίδα του αρχηγού του ενωμένου στόλου Ιταλού υποναύαρχου Κανεβάρο και που ναυλοχούσε έξω από το λιμάνι των Χανίων.
Αμέσως τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων, αρχίζουν χωρίς προειδοποίηση, ένα σφοδρό βομβαρδισμότου στρατοπέδου του Ακρωτηρίου, όπου ήδη κυμάτιζε η ελληνική πολεμική Σημαία.
Ολόκληρη την περιοχή Ακρωτηρίου "κάλυψε βαριά πολεμική αντάρα που έκανε την γη να σείεται μέσα σε πυκνούς καπνούς, δέσμες φωτιάς, σύννεφα σκόνης και βροχή κατακερματιζόμενων στόχων που τινάζονταν στον αέρα, με την υπόκρουση σφοδρών θορύβων".
Όπως σημειώνεται ειδικότερα στο "Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου",... " οι ήχοι των ομοβροντιών των πλοίων ήταν εκκωφαντικοί και έμοιαζαν με ισχυρές βροντές που ακούγονται μόνο όταν πέφτουν κεραυνοί. Οι βολιδοφόρες οβίδες κατά την έκρηξή τους, προκαλούσαν κρότο μεγαλύτερο από τις βολές των πυροβόλων. Στο πανδαιμόνιο των κρότωνπροστίθετο και ο κρότος καταιγιστικών πυροβολισμών. Η ηχώ όλων αυτών, πολλαπλασιαζόταν μέσω των βουνών του Ακρωτηρίου και συγκλόνιζε κυριολεκτικά όλη την ευρύτερη περιοχή, που την μετέβαλε σε πραγματική κόλαση. Το μελανό χρώμα των οβίδων, φαινόταν καθαρά στον αέρα. Την εικόνα συμπλήρωνε η έκρηξή τους. Άφθονος μαύρος καπνός και βαθυκόκκινες φλόγες, ανακατεύονταν με σύννεφα σκόνης και με βροχή από χώματα, λίθους, βράχους και κομμάτια από ερείπια που προκαλούσε η πρόσκρουση των βλημάτων στο έδαφος".
Με μια μόνο από τις οβίδες αυτές που είχαν διαμετρήματα 21, 27 και 32 εκατοστά, μία κατοικία στις Κορακιές έγινε αμέσως σωρός από ερείπια και ογκώδεις βράχους.
Οι τούρκοι "αλαλάζοντες" επωφελήθηκαν και επιχείρησαν έφοδο κατά του στρατοπέδου για να το καταλάβουν. Αλλά οι ηρωικοί αγωνιστές του Ακρωτηρίου πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση και τους απώθησαν με επιτυχία.
Πεντακόσιοι περίπου Ευρωπαίοι αξιωματικοί και πεζοναύτες, παρακολουθούσαν τις σκηνές φρίκης από τις επάλξεις του φρουρίου Χανίων, όπου είχαν στηθεί μαζί με την τουρκική και οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων.
Στο μεταξύ, οι αξιωματικοί του ελληνικού θωρηκτού "'Ύδρα", νόμιζαν ότι ο ενωμένος στόλος θα βάλλει και εναντίον τους. Γι' αυτό ο κυβερνήτης Βώκος έδωσε από την αρχή εντολή στο πλήρωμα του, να λάβει θέσεις και να είναι έτοιμο για τον "υπέρ πάντων αγώνα", μέχρι και την τελική πτώση-θυσία στο βωμό της πίστης και της πατρίδας.
Όπως σημειώνεται στο "Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου", τα γερμανικά πυρά ήταν τα πρώτα που ξεκίνησαν τον βομβαρδισμό. Τα αγγλικά ήταν ιδιαίτερα πυκνά. Τα ρωσικά εξαιρετικά ευθύβολα. Τα αυστριακά προφανώς "επίτηδες" ρίχνονταν, μάλλον, κατά των τουρκικών θέσεων και όχι κατά των χριστιανικών. Κατά τους Γάλλους τα πολεμικά πλοία τους, δεν έλαβαν μέρος στον βομβαρδισμό, ενώ κατά Ιταλούς πολεμικούς ανταποκριτές που παρακολουθούσαν τα γεγονότα και τα ιταλικά πολεμικά δεν μετείχαν στην "επαίσχυντη αυτή ενέργεια". Όμως, περισσότερες από 100 οβίδες ρίχτηκαν συνολικά κατά του στρατοπέδου του Ακρωτηρίου και ήταν αρκετές για τον χαλασμό που ακολούθησε.